0

Μουσικογραφιες #5 -Το κύμα

Posted by texnokratissa on 2:32 π.μ. in

"Αγάπη μου στα δυο σου μάτια 
ανοίγονται θλιμμένα μονοπάτια
μεσ' τη θλίψη θα βαδίσω 
τις πληγές σου για να κλείσω 
κι όταν φτάσω ως την άκρη 
και το μαύρο έχει χαθεί 
θα χαράξω ένα δάκρυ 
μια υπόσχεση ακριβή 
Θα σε πάρω μαζί μου 
στο πιο όμορφο όνειρο

Συγγνώμη για χθες" 

Η Στέλλα έκλεισε το σημείωμα στα χέρια της και κοίταξε με θλίψη το αδειανό μαξιλάρι του άντρα της. Δεκαοχτώ χρόνια γάμου και ήταν η πρώτη φορά που κοιμόταν χωριστά μετά από καβγά. Συνήθως ο θυμός για τις έντονες διαφωνίες τους δεν κρατούσε πάνω από μερικές ώρες. Το προηγούμενο βράδυ, ωστόσο, η κατάσταση ξέφυγε. Με αφορμή μία ασήμαντη επιπολαιότητα της Φένιας, της κόρης τους, άρχισαν να ανταλλάσ-
σουν βαριά λόγια και χαρακτηρισμούς μέχρις ότου να διαλυθούν ολοσδιολου. Στο τέλος, ο Νίκος κατακόκκινος από την ένταση χτύπησε το χέρι του στον τοίχο και είπε ότι δεν έχει πια σπίτι  γιατί δεν λέγεται σπίτι το μέρος που κατοικούν ανεύθυνοι, ανώριμοι άνθρω-ποι που χαπακώνονται με το παραμικρό και δε λογαριάζουν κανέναν. Ύστερα έφυγε και δε φάνηκε ως το πρωί. 

Η Στέλλα συντετριμμένη από τις προσβολές του έκλαιγε αθόρυβα σχεδόν με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τραπέζι της κουζίνας. Ένιωθε προδομένη και ένοχη μαζί. Προδομένη γιατί τόσα χρόνια πίστευε ότι ο Νίκος ήταν δίπλα της στον πόλεμο με τους δαίμονες της ψυχής της, χωρίς να τη θεωρεί τρελή ή άρρωστη, και ένοχη γιατί εκείνη πρώτη τον προκάλεσε σε αυτή λογομαχία για να του αποδείξει ότι στην ανατροφή του παιδιού θα έπρεπε να έχει, λανθασμένα, ως μάνα τον πρώτο λόγο. 

Η Φένια είχε κλειστεί στο δωμάτιο της και δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν από τους δύο γονείς της. Άλλωστε δεν μπορούσαν να την καταλάβουν. Ήταν πολύ εγωιστές για να αφήσουν χώρο για τις επιθυμίες της. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε ότι η αγάπη τους ήταν το πιο γερό στήριγμα στα όνειρά της και άλλες που η μοναξιά την κύκλωνε σαν φωτιά ενώ η καρδιά της πάγωνε. Θα τους συγχωρούσε πάλι. Όλοι θα συγχωρούσαν όλους. Έτσι είναι οι οικογένειες αγάπη μου, της έλεγε ο πατέρας της κάθε φορά που καβγάδιζαν για σημαντικούς ή ασήμαντους λόγους. Είναι δύσκολο να περάσεις μία ολόκληρη ζωή με ανθρώπους που δε σου μοιάζουν. Αν σου έμοιαζαν, ίσως να μην τους αγαπούσες τόσο. Κανείς δε θέλει να αγαπάει καθρέφτες.

Το πρωί η νεαρή κοπέλα ξύπνησε νωρίς για να πάει στο σχολείο. Άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας με προσοχή και είδε τη μητέρα της να κοιμάται μόνη, κουλουριασμένη κάτω από ενα μπλε κουβερτάκι, έχοντας στο προσκεφάλι της το γνώριμο κουτί με τα φάρμακα. Το κορίτσι αναστέναξε και αποχώρησε γρήγορα όταν άκουσε τα κλειδιά του πατέρα της να γυρίζουν στην κεντρική είσοδο. 

"Μπορώ να ξαπλώσω λίγο στο δωμάτιό σου;" τη ρώτησε χωρίς να καταφέρει να την κοιτάξει στα μάτια.

"Μπορείς." απάντησε κοφτά η κοπέλα.

"Σε ευχαριστώ." είπε ο άντρας και με έναν ελιγμό έφυγε πίσω από την πλάτη της Φένιας.

"Θα τα βρείτε ε;" τον ρώτησε χωρίς να γυρίσει να τον δει.

"Όταν καταφέρω να αντέξω τα χθεσινά μου λάθη θα το συζητήσουμε"

"Έτσι είναι οι οικογένειες μπαμπά. Είναι δύσκολο να περάσεις μια ολόκληρη ζωή με ανθρώπους που δε σου μοιάζουν. Αν σου έμοιαζαν, όμως, δεν θα τους αγαπούσες τόσο. Κανείς δεν θέλει να αγαπάει καθρέφτες. Έτσι δε λες; Καλημέρα. Έχω " 

Ο σαραντατριάχρονος άντρας αφού κατέβασε λίγο το στόρι για να μην μπαίνει ο ήλιος, κάθισε αποκαμωμένος στο γραφείο της κόρης του,βαριανασαίνοντας. Ξαφνικά μία δεσμίδα λευκού φωτός έλουσε το πρόσωπό του. Η οθόνη του υπολογιστή φωτίστηκε και μία παγωμένη εικόνα ενός ζευγαριού κάτω από ένα σεντόνι ξεπρόβαλε στο ημίφως. Ο Νίκος πάτησε το play στο βίντεο και στάθηκε να ακούσει το τραγούδι με αφοσίωση. Κράτησε μερικούς στίχους σε ένα χαρτί, έγραψε και κάτι δικά του και με τη συνείδησή του τσακισμένη βάδισε προς  το συζυγικό τους υπνοδωμάτιο. 

Κάμποσες ώρες αργότερα συναντήθηκαν στο καθιστικό. 

"Διαβασα το ποίημα στο σημειωμα σου. Εσύ το έγραψες;" τον ρώτησε κοφτά και κάπως παραπονιάρικα.

"Ναι! Σου άρεσε;" 

"Πάρα πολύ!" 

"Πάντα ήμουν ο προσωπικός σου ποιητής." της απάντησε. 

"Και ο προσωπικός μου ψεύτης επίσης. Με αυτό το τραγούδι, αν θυμάσαι, χτυπάει το κινητό της Φένιας. Σαρδανάπαλε.Τσαρλατάνε. Ψευτοκουλτουριάρη. Ποιητή της δεκάρας" είπε η Στέλλα και γέλασε ενώ το πρόσωπό της έκανε περίεργα σπασίματα από το λήθαργο και τα δάκρυα.

"Φτου σου! Και έλεγα ότι κάτι μου θυμίζει" αποκρίθηκε ο Νίκος και γέλασε κι αυτός καθώς βύθιζε τα χέρια του στους κροτάφους για να καταλαγιάσει τον πονοκέφαλο. 

"Μου έλειψες χθες." 

"Δε θα ξαναφύγω." 

"Γιατί κάνουμε τόσα λάθη;"

"Γιατί αν δεν κάναμε θα ήμασταν ψεύτικοι." 

"Να σου πω κάτι;"

"Πες μου"

"Πάρε με μαζί σου 
στο πιο όμορφο όνειρο 
πάνω στο κορμί σου 
στου φιλιού σου το βυθό
να σαι συ το κύμα 
να μαι αέρας που φυσά 
σου υπόσχομαι ταξίδια 
ασημένια και χρυσά..." σιγοτραγούδησε η γυναίκα, χαϊδεύοντάς τον στον ώμο και τα μαλλιά.  

Για τις αγαπημένες μας Μέλισσες για τη συλλογή διηγημάτων "Μουσκογραφίες" 



  

0

Μουσικογραφίες #4 - Το δίκιο μου

Posted by texnokratissa on 10:03 π.μ. in



"Φύγε επιτέλους από εκεί. Πώς αντέχεις να δουλεύεις τόσες ώρες για ψίχουλα; Αυτό είναι σκέτη εκμετάλλευση!" είπε ο Δημήτρης αγανακτισμένος και απόλυτα σίγουρος για το δίκιο του.

"Δεν έχω άλλη επιλογή. Ακόμα και το νοίκι μου με το ζόρι το πληρώνω. Μιλάς λες και δεν ξέρεις την κατάσταση!" αποκρίθηκε η ψηλή κοπέλα με τα μεγάλα μάτια και τα έντονα κοκκάλινα χαρακτηριστικά.

"Θα σε βοηθήσω εγώ μέχρι να βρεις κάτι καλύτερο. Τόσες φορές στο έχω πει. Πραγματικά απορώ γιατί είσαι τόσο αρνητική και ακατάδεκτη με κάτι τόσο απλό." 

"Δεν έχω μάθει να κρέμομαι από άλλους. Πάει μια δεκαετία σχεδόν που επιβιώνω μόνη μου. Δε θα γίνω η ελεημοσύνη κανενός." 

"Εσύ την αγάπη τη λες ελεημοσύνη;"

"Αγάπη είναι να αφήνεις τον άλλον να επιλέγει να ζει δίπλα σου με ελευθερία. Αυτό που περιγράφεις δεν είναι ελευθερία. Είναι εξάρτηση" είπε νευρικά η Νικολέττα, καθώς το χάσμα μεταξύ τους μεγάλωνε επικίνδυνα και η ρήξη στο μυαλό της γινόταν όλο και πιο πιθανή. 

"Αυτή η ψευτοπερηφάνεια θα σε φάει! Μείνε στη μιζέρια σου. Μείνε να σαπίσεις με το κεφάλι ψηλά, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλύτερα. Όταν ξυπνήσεις από τον επαναστατικό σου λήθαργο, τότε θα καταλάβεις. Φάε τα μούτρα σου, λοιπόν, αδιαφορώ για το τι θα απογίνεις." ανταπάντησε ο Δημήτρης χωρίς να ελέγχει πια τη βαρύτητα των λέξεών του. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που διαφωνούσαν ιδεολογικά. Δεν ήταν η πρώτη, ωστόσο, όλα έδειχναν πως θα ήταν η τελευταία. 

"Δε δέχομαι κριτική από ανθρώπους που δεν χρειάστηκε να προσπαθήσουν για τίποτα στη ζωή τους επειδή τα βρήκαν όλα έτοιμα. Αλλά βέβαια! Ο κόσμος εσένα σου ανήκει. Δεν θα σου λείψει ποτέ ούτε το φαΐ ούτε η αξιοπρέπεια ούτε το μεγαλόπιασμα. Είναι εύκολο να πληγώνεις τους άλλους όταν στέκεσαι ψηλά και δεν σε καίει η φωτιά της επιβίωσης. Είναι εύκολο να προσβάλλεις τον αγώνα και το δίκιο τους πολύ απλά γιατί δεν ξέρεις καν τι σημαίνουν αυτά τα δύο. Κρατάω το μίζερο δίκιο μου, λοιπόν, κι αφήνω τον κόσμο στα δικά σου χέρια." Η Νικολέττα είχε βγει πια εκτός εαυτού και δεν μπορούσε να φανταστεί τι παραπάνω θα ήταν ικανοί να ξεστομίσουν για να πληγώσουν περισσότερο ο ένας τον άλλον.

"Φύγε σε παρακαλώ. Μην με αναγκάσεις να σε διώξω!" είπε ο τριανταδιάχρονος άνδρας συγκρατώντας με τα βίας το θυμό και την απογοήτευση ανάμεσα στα δόντια του. 

Η πόρτα έκλεισε με θόρυβο και οι καρδιές τους σταμάτησαν αυτοστιγμεί. Το άρωμα της μύριζε ακόμα στο χώρο. Το άρωμα του την ακολουθούσε λες έβγαινε από τη σάρκα της αυτονόητα τρία χρόνια τώρα. Όσο το κενό ανάμεσά τους γινόταν δρόμος για φευγιό, τόσο τα αρώματα πονούσαν στα σώματα, στην αίσθηση, στη μνήμη. 

Η αγάπη έσπαγε, οι αντιθέσεις ρίζωναν, οι εγωισμοί πανηγύριζαν. Η μοναξιά αργά ή γρήγορα θα έφερνε την αυτοκριτική. Τα λάθη, οι ιδέες, οι ιδεοληψίες, τα τραύματα, οι διχασμοί, το μεγάλωμα θα στιβάζονταν αυστηρά στο νου για ένα πικρό δάκρυ ή ένα ακριβό δίκιο. Στο τέλος του, το μέτρημα δεν θα έδειχνε ούτε νικητή μα ούτε και χαμένο· γιατί νικητής είναι εκείνος που παραμέρισε το "εγώ" του για την αγάπη και χαμένος εκείνος που το θυσίασε για χάρη της.   

Η Νικολέττα βάδιζε αφηρημένη όταν της ήρθε στο νου εκείνο το τραγούδι της Γιώτας Νέγκα, του Ιωάννου και του Καραμουρατίδη που το θεωρούσε αυτοβιογραφικό της. Άρχισε να το μουρμουρίζει, ενώ ένας ήλιος του Μάρτη, κοφτερός και αλαζόνας έκαιγε τα μάγουλά της.

"Εγώ έχω το δίκιο μου 
κι εσύ τον κόσμο όλο
νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά.
Μιλάω με τον ίσκιο μου 
τρομάζω με το ρόλο 
κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά. 

Εμένα με φιλήσανε στο στόμα οι ανάγκες 
την έκανα τη βόλτα στα βαθιά 
εσένα το ταξίδι σου δυο καρφωμένες ράγες 
νομίζεις ότι πήγες μακρυά

Εγώ μετράω τα ρέστα μου 
να βγάλω κι άλλο μήνα
ανοίγω και δε βλέπω ουρανό 
εσύ έχεις στο πιάτο σου 
ολόκληρη Αθήνα 
ανοίγεις και χαζεύεις το κενό"


Για τον Θέμη Καραμουρατίδη, τον Οδυσσέα Ιωάννου και την Γιώτα Νέγκα από την διαδικτυακή συλλογή διηγημάτων "Μουσικογραφίες" 



















































0

Μουσικογραφίες #3 - Τα μεροκάματα

Posted by texnokratissa on 11:04 π.μ. in
 «Ο χρόνος είναι μία υπαρξιακή καταπακτή, μια παγίδα που εφηύρε ο άνθρωπος για κανονίζει τα γεράματά του. Η ασύλληπτη κίνησή του αποτυπώνεται στο ρολόι ορθόδοξα, δεν υπάρχει χώρος για αμφισβήτηση. Οι νέοι αδιαφορούν, καμιά φορά βαριούνται κλεισμένοι στα κουτιά που τους επιβάλλαμε να ζήσουν. Περιμένουν να περάσει η ώρα για να φύγουν από το μάθημα, από τη δουλειά, από τα διάφορα τέλος πάντων, μαυσωλεία της ψυχής τους. Οι μεγαλύτεροι εύχονται να μπορούσαν να γυρίσουν την ώρα πίσω, να βαρεθούν ξανά στην άγνοια του κινδύνου που παρέχουν τα νιάτα, να πέσουν με τα μούτρα στους έρωτες και στις ιδέες, να χορέψουν στην παραίσθηση του παντοτινού. Όμως χρόνος δεν υπάρχει στ’ αλήθεια. Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα: η ζωή και ο θάνατος.»

Ο Ανδρέας έκλεισε το σημειωματάριό του και αναστέναξε. Πάλι οι λέξεις δεν του έδωσαν τις απαντήσεις που ζητούσε. Πάλι απέτυχε να εξηγήσει, όπως ήθελε, το μικρό νόημα που ξεγυμνωνόταν κάθε νύχτα μέσα στο κεφάλι του. Αφού ανασκάλεψε τα χαρτιά του πάνω στο γραφείο, βρήκε το χειριστήριο του στερεοφωνικού. Πάτησε το κόκκινο κουμπί και έπειτα πήγε στην κουζίνα να αναζητήσει λίγο ακόμα καφέ.


Τα σύγχρονα ελληνικά τραγούδια, πέραν κάποιων εξαιρέσεων δεν του προκαλούσαν καμία συγκίνηση. Ήταν άνθρωπος παλιάς πάστας, χατζηδακικής. Λάτρευε τον Γκάτσο, τον Λοΐζο, τον Ξαρχάκο. Τα έπινε με Μοσχολιού και Καζαντζίδη. Θυμόταν τη Δέσποινα με Καραϊνδρου και Μητσιά. Μπερδεμένος από τα ακούσματα έπεφτε για ύπνο σιγοτραγουδώντας ρεμπέτικα. Μέσα στο όνειρό του γελούσε με τα χάλια του.

Μια ψιλή γυναικεία φωνή στο ραδιόφωνο ανήγγειλε το τραγούδι της ημέρας: «Τα μεροκάματα» του Παναγιώτη Παπαϊωάννου σε στίχους Δημήτρη Παπαχαραλάμπους και μουσική Χρυσόστομου Καραντωνίου. Επικράτησε μία μικρή σιωπή δευτερολέπτων μέχρι να παίξουν οι πρώτες νότες. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας αύξησε την ένταση κατά τέσσερις μονάδες – ήταν ψυχαναγκαστικός με τους ζυγούς αριθμούς.

«Μικρά τα μεροκάματα
τα δωρεάν πιο λίγα
ξεκίνησα χαράματα
μα πουθενά δεν πήγα

Φθηνά τα λόγια τα πολλά
και ακριβή μια λέξη
ποιος αγοράζει ποιος πουλά
και ποιος σου τα χει κλέψει»

Ο Ανδρέας σκέφτηκε αμέσως τον εγγονό του, τον συνονόματο Ανδρέα. Θα έκλεινε τα είκοσι έξι τον Φεβρουάριο. Ήταν οικονομολόγος. Δούλευε σε μία χρηματιστηριακή εταιρία στη Γαλλία. «Παππού, το πιο ακριβό πράγμα στον κόσμο είναι να μπορούμε να λέμε ο ένας στον άλλον τρεις φράσεις και να τις εννοούμε, όπως θα εννοούσαμε έναν όρκο με στοίχημα τη ζωή μας: σ’ αγαπώ, συγγνώμη και σε συγχωρώ.» του έλεγε κι εκείνος φούσκωνε από υπερηφάνεια.

«Δεν είναι που προσπάθησα
όσο κανείς δε ξέρει
είναι που όσα κράτησα
μου κάψανε το χέρι.»

Η αγάπη, σκέφτηκε, η αγάπη σου καίει το χέρι, η αγάπη και η προδοσία. Κάτι σημείωσε και δεν έψαξε για άλλες αντιπαραβολές. Αφέθηκε και έκανε μια απόπειρα να ψιθυρίσει λίγους στίχους για να μην τους ξεχάσει. Θυμήθηκε πάλι τη Δέσποινα, τις μέρες τους με τα μικρά μεροκάματα και τα ακριβά γέλια, τα νιάτα, το βράσιμο στο αίμα, την αγωνία τους για το μέλλον και το μεγάλωμα.

«Δεν είναι που κουράστηκα να περιμένω μόνο
είναι που δε φαντάστηκα πώς χάθηκες στο δρόμο»


«κάποιου παραδείσου» συμπλήρωσε ο Ανδρέας και άνοιξε πάλι το σημειωματάριο. 

Από την διαδικτυακή συλλογή διηγημάτων "Μουσικογραφίες"



0

Μουσικογραφίες #2 - Λαβύρινθοι

Posted by texnokratissa on 10:07 π.μ. in

Το ξυπνητήρι της χτύπησε όπως κάθε μέρα στις επτά και δώδεκα πρώτα λεπτά. Αυτά τα ασήμαντα εκατόν είκοσι δευτερόλεπτα μετά το «και δέκα» της έδιναν την ψευδαίσθηση ότι κοιμόταν λίγο παραπάνω, ότι κέρδιζε μια ακόμα ευκαιρία στο όνειρο. Ένιωθε το κεφάλι της βαρύ και το σώμα της ανήμπορο. Δραπέτευσε από τα σκεπάσματά της βαριεστημένα και, αφού σκόνταψε στην άκρη του κρεβατιού, προχώρησε προς το στενό διάδρομο που οδηγούσε στο μπάνιο. Το πρόσωπό της έδειχνε ασυνήθιστα χλωμό στον καθρέφτη, τα μάτια της έμοιαζαν κλαμένα. Δεν έμοιαζαν. Ήταν κλαμένα. Πολλές μέρες τώρα.


Βγήκε στη στάση του λεωφορείου, τυλιγμένη με ένα μάλλινο κασκόλ. Ο Γενάρης δεν αστειευόταν. Την διαπερνούσε σα ρήγος πυρετού και έρωτα μαζί από το δέρμα ως τη ψυχή. Φόρεσε τα ακουστικά της για να ξεχαστεί κάπως από την ιδέα της ατελείωτης στίβας με τα χαρτιά που την περίμενε σε εκείνο το ψυχρό γραφείο της οδού Μανωλάκη και ρύθμισε τη συχνότητα στον αγαπημένο της σταθμό. 

«Μας τρώει κάτι μέσα μας
και χάνουμε τη μπέσα μας
κι αυτοί που δεν αντέξαμε
και καταρρεύσαμε στα άδικα του κόσμου

Οι πιο ακριβοθώρητοι,
σκληροί σχεδόν αόρατοι
μπορέσαμε να γίνουμε
για να μείνουμε ο καθένας ο εαυτός του»

Αυτό το τραγούδι την έκανε στ’ αλήθεια να καταρρέει μπροστά στον ίδιο της το συμβιβασμό· 
εργαζόταν δέκα και παραπάνω ώρες τη μέρα για να μένει τρεις μήνες και βάλε απλήρωτη, όμως δεν διανοούνταν καν τη φυγή· 
είχε εγκαταλείψει από καιρό τη μουσική της, όμως δεν άκουγε τα δάχτυλά της που διψούσαν για την αφή και μόνο εκείνων των ασπρόμαυρων πλήκτρων του πιάνου που άλλοτε αντιπροσώπευαν τη μοναδική της βλέψη για το μέλλον και το μόνο προσδιοριστικό· 
είχε κρυφτεί πίσω από μια καλά δομημένη, ατάραχη εικόνα, όμως δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν για το χάος που επικρατούσε στο στενάχωρο παρασκήνιο, στις σκάλες για τα εντός, στο μικρό δωμάτιο πίσω από την ομορφιά του προσώπου.  
Καθηλωμένη στην αποδοχή της παραίτησης, θα περνούσε άλλη μια ίδια μέρα. Άλλη μια μέρα που το τίποτα μέσα της θα θέριωνε περισσότερο και θα την απειλούσε πια απροκάλυπτα και θρασύδειλα.

«Τι κι αν δεν μου μιλάς πια
τι κι αν δεν έχω ούτε εσένα
να δίνεις σχήμα σε νοήματα κρυμμένα
με ένα βλέμμα.»

Σκούπισε ένα βαρύ δάκρυ στο μανίκι της και έβγαλε από την τσέπη ένα πορτοκαλί εισιτήριο, μιας και το λεωφορείο πλησίαζε προς το μέρος της γρήγορα. Άφησε να περάσει πρώτα ο ηλικιωμένος άνδρας με τα παραμορφωμένα άκρα και έπειτα κάποια παιδιά με μεγάλες σχολικές τσάντες στους ώμους. Ακούμπησε το πόδι της στο σκαλοπάτι. Ανέβηκε. Χτύπησε το εισιτήριο της στο μηχάνημα. Στάθηκε για λίγο.

«Κι αν βρίσκαμε το θάρρος μας
να διώξουμε το βάρος μας
και σ’ ό,τι ονειρευόμαστε να μη φοβόμαστε
να η καρδιά μου πάρτη»

«Κυρία μου θα περάσετε;» την ρώτησε ο οδηγός ευγενικά, αντιλαμβανόμενος  ίσως την αφηρημάδα της.

«Όχι.» απάντησε η νεαρή γυναίκα με τα κοκκινωπά μαλλιά και τα παράξενα μαύρα, γυαλιστερά μάτια, ενώ τσαλάκωνε υπομονετικά το εισιτήριο ανάμεσα στην παλάμη της σαν αυτή η ασήμαντη κίνηση να ήταν μέρος μιας τελετουργίας.

Με μία μικρή αναπήδηση η Μαίρη κατέβηκε από το αλουμινένιο κουτί και απομακρύνθηκε σχεδόν τρέχοντας. Η παλιά ζωή της είχε μόλις τελειώσει. Εκείνο το τραγούδι ήταν άραγε η αφορμή; Ή μήπως υπάρχει πάντα μία οριακή στιγμή που σε αναγκάζει να αυτοσυντηρηθείς και να αποδράσεις από το λαβύρινθο σου; Δεν ήξερε να απαντήσει στο επίμονο ερώτημα του μυαλού της. Αρκέστηκε σε μια βαθιά ανακουφιστική ανάσα, σε μια επιπόλαια αναγέννηση και σε έναν φευγαλέο συν τοις άλλοις επώδυνο απολογισμό.

«Ό,τι έχουμε να δώσουμε
κι ας παραδώσουμε άοπλα την αγάπη» συμπλήρωναν στα ακουστικά οι φωνές της Παυλίνας και του Μπάμπη, όπως τους ονόμαζε χαρακτηριστικά σα να τους γνώριζε χρόνια, σα να έπινε μαζί τους καφέ κάθε Κυριακή απόγευμα. 

Πληκτρολόγησε στο κινητό της έναν αριθμό. Περίμενε λιγάκι, δαγκώνοντας τα σκισμένα από το κρύο χείλη της.

«Θα σου τα πω όλα. Κι ας μη θες να μου μιλάς πια. Κι ας μην σε έχω. Αν είναι να κοπώ, θέλω να κοπώ μαζί σου. Άοπλα, ειρηνικά.»

Τελικά, ναι, αυτό το τραγούδι ήταν μια καλή αφορμή για απόδραση, σκέφτηκε και πέταξε από πάνω της το ογκώδες, μάλλινο κασκόλ γιατί η ψυχή της δεν κρύωνε πια, γιατί ήταν ελεύθερη, έστω για λίγο, έστω για πάντα, αληθινά ελεύθερη...


Από διαδικτυακή συλλογή διηγημάτων "Μουσικογραφίες" για την Παυλίνα Βουγλαράκη και τον Μπάμπη Στόκα.

Λαβύρινθοι
Στίχοι - μουσική: Παυλίνα Βουλγαράκη

Υ.Γ Αν θέλετε να προτείνετε τραγούδια για τις επόμενες μουσικογραφίες, μπείτε ΕΔΩ

0

Τετράποδα και έρωτες

Posted by texnokratissa on 3:16 π.μ.
Well Well. Να μαστε πάλι. Έλειψα καιρό το ξέρω, μα είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να πω που προτίμησα τη σιωπή από τον ασύμφορο μονόλογο. Αφήνοντας πίσω κάθε σκέψη για πολιτική κουβέντα και κοινωνικές αναλύσεις, αποφάσισα να επικεντρωθώ σε ένα ζήτημα που ταλαιπωρεί κόσμο και κοσμάκι εκεί έξω και έφτασε η ώρα να αναλυθεί επιτέλους σοβαρά χωρίς φόβο και πάθος. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής και δέχομαι μόνο νηφάλιες απαντήσεις : Τι γίνεται όταν ο έρωτάς σου δεν συμπαθεί το τετράποδο φιλαράκι σου είτε αυτό λέγεται σκύλος είτε γάτα είτε ινγκουάνα και σου βάζει διλήμματα; Πώς αντιδράς όταν σου δείχνει ότι το σιχαίνεται ή ότι το φοβάται; Τι απαντάς όταν σου λέει να διαλέξεις ποιος θα μείνει και ποιος θα φύγει; Εδώ σε θέλω.

Θα ακούσεις να λένε πως έγινε και λίγο μόδα να έχει ο καθένας από ένα σκυλάκι στο σπίτι και να το περιφέρει στους δρόμους σαν κινούμενο έκθεμα. Θα ακούσεις να λένε ότι οι κοπέλες με τα σκυλιά δεν βρίσκουν ανταπόκριση στο άλλο φύλο γι' αυτό και γίνονται φιλόζωες, ότι, κοινώς είναι τρελές, γεροντοκόρες και ανίκανες να κρατήσουν έναν άντρα κοντά τους. Θα ακούσεις να λένε ότι τα αγόρια με τα σκυλιά ψάχνονται για καινούριες γκόμενες, αλλιώς δεν θα έπαιρναν σκυλί, τι να το κάνουν εξάλλου; να τους βρωμίζει το σπίτι; Θα ακούσεις να λένε πολλά γιατί στην Ελλάδα τρεφόμαστε ακόμα με προκατάληψη και ο σεβασμός στην ιδιωτικότητα του άλλου μεταφράζεται σε κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα και ολόψυχο μπανιστήρι. Όμως μην το βάζεις κάτω! Υπάρχουν και χειρότερα. 

Εκεί που λες ότι βρήκες έναν άνθρωπο να ταιριάζετε και να τα βολεύετε κουτσά στραβά ο καθένας με τις υποχωρήσεις του, έρχεται μια μέρα που σκάει η πρώτη βόμβα με το δηλητήριο της οικειότητας στη γλώσσα: Μωρό μου, πώς θα γίνει να απομακρύνουμε λίγο τον Λινάκο από το σαλόνι; Μη με πιάνεις! Έπιασες το σκυλί και δεν έπλυνες τα χέρια σου. Σίγουρα δεν θα κολλήσω κανένα τσιμπούρι; Τα εμβόλια λειτουργούν ή θα αρπάξουμε καμιά αρρώστια; Το σκυλί δεν θα έπρεπε να κοιμάται έξω; Ώπα, φίλε! Μπάστα. Όταν βγήκαμε για πρώτη φορά ήξερες ότι ζω με σκυλί, όμως το δέχτηκες χωρίς να βγάλεις κιχ. Όταν ήρθες για πρώτη φορά στο σπίτι μου για να μπαλαμουτιαστούμε, το είδες να γυρνάει στα πόδια σου αλλά και πάλι δεν είπες κουβέντα. Όταν σου ζήτησα να με βοηθήσεις να το πάμε στον κτηνίατρο, δεν έχασες λεπτό. Τώρα τι έγινε, δηλαδή; Δεν αποδέχεσαι πια τον τρόπο ζωής μου, τον οποίο πριν πέντε μήνες λάτρευες; Θες να με αλλάξεις; Θες να με βάλεις να διαλέξω; Ε, όχι, λοιπόν! Δεν θα σου κάνω τη χάρη. Αυτό το πλάσμα ζει μαζί μου χρόνια και δεν θα το εγκαταλείψω επειδή εσύ ξαφνικά αποφάσισες ότι δεν το γουστάρεις. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα έχω την ευθύνη του ώσπου να φύγει από τη ζωή. Σου το είχα ξακαθαρίσει, όμως  πίστεψες ότι θα με κάνεις να αλλάξω γνώμη, ότι θα με τουμπάρεις να το διώξω και να μείνουμε τα δυο μας να χουχουλιάζουμε στις κουβέρτες ανέμελοι.Λυπάμαι. Ο συμβιβασμός που ζητάς είναι άτοπος. Κλείσε την πόρτα πίσω σου και μην με κοιτάξεις, φεύγοντας. Αν δεν μάθεις να αγαπάς τα πράγματα που δεν σου αρέσουν πάνω μου, τότε δεν μπορείς να ζήσεις μαζί μου. 

Αφιερωμένο σε κάτι σκυλογονείς και γατογονείς εκεί έξω που μάχονται άνισα με προκατηλειμένους ή εκ των πραγμάτων αταίριαστους έρωτες! Μην πτοείστε παιδιά! 

0

Μαθήμα Νεοελληνικής Ανατομίας (1)

Posted by texnokratissa on 12:22 μ.μ.
Ήταν, που λες, κάποτε μία εποχή γαμάτη, μία εποχή που τα επέτρεπε και τα συγχωρούσε όλα...


Σε μια μικρή χώρα στα ανατολικά της Ευρώπης, στην Ελλάδα, οι άνθρωποι ζούσαν τρισευτυχισμένοι και, έχοντας ως εθνικό τους σπορ το βόλεμα, ένιωθαν έτοιμοι να κατακτήσουν τον κόσμο πάνω σε δανεικές πλάτες. 

Κάποιοι είχαν ανέκαθεν χρήματα και τα αυγάτισαν (ή τα έχασαν στο χρηματιστήριο)
Κάποιοι απλά απέκτησαν λίγα παραπάνω χρήματα. 
Κάποιοι άλλοι απέκτησαν πάρα πολλά χρήματα και μάλιστα μέσα σε λίγα χρόνια. 
Τέλος, κάποιοι καταΐδρωμένοι έμειναν  στον αιώνα μικροαστοί είτε γιατί δεν ήξεραν να παίζουν το παιχνίδι σωστά είτε  γιατί δεν είχαν τις σωστές γνωριμίες, όπως θα ακούσεις να λένε  συχνά στην πιάτσα. 

Για τους πρώτους η ζωή δεν διαφοροποιήθηκε αισθητά διότι οι υλικές ανάγκες ήταν από νωρίς ικανοποιημένες.

Για τους δεύτερους η ζωή φάνταζε να αλλάζει ενώ στην ουσία τίποτα δεν άλλαζε! Εξάλλου, από μόνη της η αύξουσα υπερκαταναλωτική μανία έφτανε και περίσσευε για να ταΐσουν με φούμαρα την απάτη της ματαιότητάς τους.

Για τους τρίτους ζωή εκτοξεύτηκε. Ξαφνικά είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν τα πάντα και να αισθανθούν θεοί στη θέση του θεού. Άλλωστε είχαν σε όλα ΔΙΚΙΟ! Μπορούσαν να κρίνουν, να κατακρίνουν, να σνομπάρουν, να φτύνουν και να γλείφουν τον καθένα ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον και την εκάστοτε κοινωνική τάξη βεβαίως βεβαίως. Μπορούσαν ακόμη και να επαίρονται πως ανήκουν σε μια διαφορετική, ανώτερη κάστα ανθρώπων που ούτε είναι πρέπον πια να ντύνεται, να τρέφεται και να διασκεδάζει όπως όλοι οι υπόλοιποι "νηστικοί" του είδους, ούτε να συναθροίζεται μαζί τους σε μέρη κοινόχρηστα και μίζερα, μα ούτε και να συνδιαλέγεται. Και, ναι, αυτοί είναι οι λεγόμενοι νεόπλουτοι που με την υπερβολή και το ναρκισσισμό τους χαρακτήρισαν μία ολόκληρη εποχή και σήμερα, τουλάχιστον στο 90% τους, ζουν ένα αληθινό ΔΡΑΜΑ!

Για τους καταΐδρωμενους, τέλος, η ζωή έγινε άπιαστη. Δεν κατάφεραν ποτέ να αγγίξουν ούτε στο τόσο το αμερικανικό όνειρο, που ζούσαν οι γύρω γύρω κυρίως με χρήματα δανεικά, συνεπώς έμειναν με την όρεξη και με την οργή ίσως κάτω από τα χείλη...

Οι νεοέλληνες στο σύνολό τους σχεδόν (με ή χωρίς χρήματα, με ή χωρίς θέση στο δημόσιο, με ή χωρίς υπερχρεωμένες πιστωτικές) ήταν ανέκαθεν ένα είδος μισητό για τους νοήμονες Έλληνες και μη, που, έχοντας λάβει την παιδεία των αρχαίων φιλοσόφων και των νεότερων αγωνιστών, δε διανοούνταν ουδέποτε μεγαλύτερο ξεπεσμό από εκείνον της πλήρους εξάρτησης ενός λαού από την ύλη και την ουτοπία της τραπεζικής πίστωσης.... 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...)

6

Παραλήρημα με πιάνει (Μεγαλοβδομαδιάτικα!)

Posted by texnokratissa on 11:53 π.μ.
Τη Μεγάλη Βδομάδα, που λες, με πιάνει κάτι περίεργο, κάτι σαν παραλήρημα να το πω, κάτι σαν ντελίριο να το πω, κάτι σαν "σκέφτομαι_χίλια_πράγματα_το_λεπτό_και_τελικά_δεν_ξέρω_τι σκέφτομαι" να το πω, τέλος πάντων κάτι τέτοιο... Και εξηγούμαι ευθύς αμέσως!

ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ, λοιπόν με πιάνει ΑΥΤΟ!

Το ανθρώπινο είδος με εκνευρίζει πιο πολύ από ποτέ γιατί:

1. Όλοι είναι έξω. Μπαμπάδες, μαμάδες, γιαγιάδες, γυμνασιόπαιδα, σκυλιά, γατιά, νονές βαφτιστήρια... Το να διασχίσεις αναίμακτα κάποιο, κεντρικό πεζόδρομο για να πας στη δουλειά σου μοιάζει με άπιαστο όνειρο. 

2. Όλοι κάτι ψωνίζουν! Ρε φίλε, συγγνώμη τώρα, αλλά πες μου ειλικρινά! Τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που πρέπει να αγοράσεις τρεις μέρες πριν το Πάσχα και δεν πρόφτασες να το αγοράσεις πιο πριν; Και γιατί τόσος πανικός και ταραχή που λέει και το άσμα; Μην ανησυχείς, φιγουρίνι θα είσαι στην Ανάσταση... 

3. Όλοι θυμούνται να πιουν καφέ με συγγενείς και φίλους. Ωραία, αυτό το δέχομαι! Με γεια σου με χαρά σου. Αλλά ρε συ το δόλιο το μωρό σου (ή το κατοικίδιο σου) τι αμαρτίες πληρώνει για να ακούει τις φωνές από εκατό άτομα γύρω γύρω, να ανασαίνει τους καπνούς και τα μικρόβιά σας και να ανέχεται τα χάδια του καθενός που νομίζει ότι τα παιδιά και τα ζώα είναι παιχνίδια για να περάσουμε την ώρα μας; Ε, ΑΜΑΝ! (που λέει και μια ψυχή εκεί έξω!)

Το χωριό μου είναι το ιδανικότερο μέρος, που θα μπορούσα να ζω γιατί:

1. Τα πάντα γύρω μοσχοβολούν και είναι χρωματιστά. 

2. Ο κάμπος είναι πράσινος και πιο ζωντανός από ποτέ σε μια ορμήτική φάση γέννησης και αναγέννησης.

3. Έρχονται οι παλιοί, σκορπισμένοι στους 5 ανέμους γνώριμοι και οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν (εντός και εκτός εκκλησίας, να τα λέμε κι αυτά!)

Αισθάνομαι μια μελαγχολία και μια χαρά ταυτόχρονα!
Ίσως να είναι το θείο δράμα,
ίσως να είναι η νοσταλγία των παλιών εποχών τότε που το Πάσχα σηματοδοτούσε τις πρώτες μας απογευματινές εξόδους για παιχνίδι, 
ίσως να είναι αυτός ο αφόρητος έρωτας που δεν έχω ιδέα από που προέρχεται και ποιο είναι το υποκείμενό του, 
ίσως πάλι να είναι και το ζεστό οικογενειακό κλίμα που με κυκλώνει, πλημμυρίζοντας με με ευτυχία και δάκρυα.... 
Ίσως να είναι όλα αυτά μαζί ίσως και τίποτα, όμως το συναίσθημα προκύπτει πάντα το ίδιο. Αυτούσιο!

Η κλασσική μουσική ΤΑ ΣΠΑΕΙ!

Δε ξέρω για σας αλλά εγώ τη Μεγάλη Βδομάδα το ρίχνω στην κλασσική μουσική. Δεν αφήνω κονσέρτο για κονσέρτο ήσυχο. Με συνεπαίρνει ρε παιδί μου αυτός ο ήχος, Με συγκινεί. Με συγκλονίζει. Κάτι συμβαίνει γύρω μου και ύστερα με διακατέχει μία δίψα ανείπωτη για τη ζωή, μια γαλήνη και μια ανάταση καθολική.... (Για τη Μεγάλη Βδομάδα μιλάμε πάντα! Γιατί τις άλλες εποχές ακούω μέχρι και Βέρ(ν)τη!)

Τέλος, ναι, τη Μεγάλη Βδομάδα νιώθω να βρίσκομαι πιο κοντά στο θεό...

Δεν μπορώ να το εξηγήσω γιατί δεν έχω καταλήξει αν πρόσκειμαι ή αν θέλω να πρόσκειμαι σε κάποιο συγκεκριμένο δόγμα, εν τούτοις αυτές τις ημέρες βλέποντας τον Χριστό εκεί πάνω στο σταυρό (και τον Ιησού απο τη Ναζαρέτ στον Αντένα), συγκινούμαι βαθιά κι ελπίζω ξαφνικά σε μιαν ανάσταση, που θα φέρει χαρά. 

Σας αφήνω με μια τεράστια προσμονή, όχι για τα κρέατα και τα κλαρίνα, αλλά για εκείνη τη μαγική στιγμή των ύμνων του επιταφίου, που ανέκαθεν έκανε το μέσα μου να σκιρτάει, να εξατμίζεται και να λυγίζει... 

Καλή Ανάσταση παιδάκια....! Αγαπήστε πολύ και φάτε λίγο! Φιλιά!



Copyright © 2009 Η τεχνοκράτισσα All rights reserved. Theme by Laptop Geek. | Bloggerized by FalconHive.