0

Μουσικογραφίες #3 - Τα μεροκάματα

Posted by texnokratissa on 11:04 π.μ. in
 «Ο χρόνος είναι μία υπαρξιακή καταπακτή, μια παγίδα που εφηύρε ο άνθρωπος για κανονίζει τα γεράματά του. Η ασύλληπτη κίνησή του αποτυπώνεται στο ρολόι ορθόδοξα, δεν υπάρχει χώρος για αμφισβήτηση. Οι νέοι αδιαφορούν, καμιά φορά βαριούνται κλεισμένοι στα κουτιά που τους επιβάλλαμε να ζήσουν. Περιμένουν να περάσει η ώρα για να φύγουν από το μάθημα, από τη δουλειά, από τα διάφορα τέλος πάντων, μαυσωλεία της ψυχής τους. Οι μεγαλύτεροι εύχονται να μπορούσαν να γυρίσουν την ώρα πίσω, να βαρεθούν ξανά στην άγνοια του κινδύνου που παρέχουν τα νιάτα, να πέσουν με τα μούτρα στους έρωτες και στις ιδέες, να χορέψουν στην παραίσθηση του παντοτινού. Όμως χρόνος δεν υπάρχει στ’ αλήθεια. Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα: η ζωή και ο θάνατος.»

Ο Ανδρέας έκλεισε το σημειωματάριό του και αναστέναξε. Πάλι οι λέξεις δεν του έδωσαν τις απαντήσεις που ζητούσε. Πάλι απέτυχε να εξηγήσει, όπως ήθελε, το μικρό νόημα που ξεγυμνωνόταν κάθε νύχτα μέσα στο κεφάλι του. Αφού ανασκάλεψε τα χαρτιά του πάνω στο γραφείο, βρήκε το χειριστήριο του στερεοφωνικού. Πάτησε το κόκκινο κουμπί και έπειτα πήγε στην κουζίνα να αναζητήσει λίγο ακόμα καφέ.


Τα σύγχρονα ελληνικά τραγούδια, πέραν κάποιων εξαιρέσεων δεν του προκαλούσαν καμία συγκίνηση. Ήταν άνθρωπος παλιάς πάστας, χατζηδακικής. Λάτρευε τον Γκάτσο, τον Λοΐζο, τον Ξαρχάκο. Τα έπινε με Μοσχολιού και Καζαντζίδη. Θυμόταν τη Δέσποινα με Καραϊνδρου και Μητσιά. Μπερδεμένος από τα ακούσματα έπεφτε για ύπνο σιγοτραγουδώντας ρεμπέτικα. Μέσα στο όνειρό του γελούσε με τα χάλια του.

Μια ψιλή γυναικεία φωνή στο ραδιόφωνο ανήγγειλε το τραγούδι της ημέρας: «Τα μεροκάματα» του Παναγιώτη Παπαϊωάννου σε στίχους Δημήτρη Παπαχαραλάμπους και μουσική Χρυσόστομου Καραντωνίου. Επικράτησε μία μικρή σιωπή δευτερολέπτων μέχρι να παίξουν οι πρώτες νότες. Ο εβδομηντάχρονος συγγραφέας αύξησε την ένταση κατά τέσσερις μονάδες – ήταν ψυχαναγκαστικός με τους ζυγούς αριθμούς.

«Μικρά τα μεροκάματα
τα δωρεάν πιο λίγα
ξεκίνησα χαράματα
μα πουθενά δεν πήγα

Φθηνά τα λόγια τα πολλά
και ακριβή μια λέξη
ποιος αγοράζει ποιος πουλά
και ποιος σου τα χει κλέψει»

Ο Ανδρέας σκέφτηκε αμέσως τον εγγονό του, τον συνονόματο Ανδρέα. Θα έκλεινε τα είκοσι έξι τον Φεβρουάριο. Ήταν οικονομολόγος. Δούλευε σε μία χρηματιστηριακή εταιρία στη Γαλλία. «Παππού, το πιο ακριβό πράγμα στον κόσμο είναι να μπορούμε να λέμε ο ένας στον άλλον τρεις φράσεις και να τις εννοούμε, όπως θα εννοούσαμε έναν όρκο με στοίχημα τη ζωή μας: σ’ αγαπώ, συγγνώμη και σε συγχωρώ.» του έλεγε κι εκείνος φούσκωνε από υπερηφάνεια.

«Δεν είναι που προσπάθησα
όσο κανείς δε ξέρει
είναι που όσα κράτησα
μου κάψανε το χέρι.»

Η αγάπη, σκέφτηκε, η αγάπη σου καίει το χέρι, η αγάπη και η προδοσία. Κάτι σημείωσε και δεν έψαξε για άλλες αντιπαραβολές. Αφέθηκε και έκανε μια απόπειρα να ψιθυρίσει λίγους στίχους για να μην τους ξεχάσει. Θυμήθηκε πάλι τη Δέσποινα, τις μέρες τους με τα μικρά μεροκάματα και τα ακριβά γέλια, τα νιάτα, το βράσιμο στο αίμα, την αγωνία τους για το μέλλον και το μεγάλωμα.

«Δεν είναι που κουράστηκα να περιμένω μόνο
είναι που δε φαντάστηκα πώς χάθηκες στο δρόμο»


«κάποιου παραδείσου» συμπλήρωσε ο Ανδρέας και άνοιξε πάλι το σημειωματάριο. 

Από την διαδικτυακή συλλογή διηγημάτων "Μουσικογραφίες"



0

Μουσικογραφίες #2 - Λαβύρινθοι

Posted by texnokratissa on 10:07 π.μ. in

Το ξυπνητήρι της χτύπησε όπως κάθε μέρα στις επτά και δώδεκα πρώτα λεπτά. Αυτά τα ασήμαντα εκατόν είκοσι δευτερόλεπτα μετά το «και δέκα» της έδιναν την ψευδαίσθηση ότι κοιμόταν λίγο παραπάνω, ότι κέρδιζε μια ακόμα ευκαιρία στο όνειρο. Ένιωθε το κεφάλι της βαρύ και το σώμα της ανήμπορο. Δραπέτευσε από τα σκεπάσματά της βαριεστημένα και, αφού σκόνταψε στην άκρη του κρεβατιού, προχώρησε προς το στενό διάδρομο που οδηγούσε στο μπάνιο. Το πρόσωπό της έδειχνε ασυνήθιστα χλωμό στον καθρέφτη, τα μάτια της έμοιαζαν κλαμένα. Δεν έμοιαζαν. Ήταν κλαμένα. Πολλές μέρες τώρα.


Βγήκε στη στάση του λεωφορείου, τυλιγμένη με ένα μάλλινο κασκόλ. Ο Γενάρης δεν αστειευόταν. Την διαπερνούσε σα ρήγος πυρετού και έρωτα μαζί από το δέρμα ως τη ψυχή. Φόρεσε τα ακουστικά της για να ξεχαστεί κάπως από την ιδέα της ατελείωτης στίβας με τα χαρτιά που την περίμενε σε εκείνο το ψυχρό γραφείο της οδού Μανωλάκη και ρύθμισε τη συχνότητα στον αγαπημένο της σταθμό. 

«Μας τρώει κάτι μέσα μας
και χάνουμε τη μπέσα μας
κι αυτοί που δεν αντέξαμε
και καταρρεύσαμε στα άδικα του κόσμου

Οι πιο ακριβοθώρητοι,
σκληροί σχεδόν αόρατοι
μπορέσαμε να γίνουμε
για να μείνουμε ο καθένας ο εαυτός του»

Αυτό το τραγούδι την έκανε στ’ αλήθεια να καταρρέει μπροστά στον ίδιο της το συμβιβασμό· 
εργαζόταν δέκα και παραπάνω ώρες τη μέρα για να μένει τρεις μήνες και βάλε απλήρωτη, όμως δεν διανοούνταν καν τη φυγή· 
είχε εγκαταλείψει από καιρό τη μουσική της, όμως δεν άκουγε τα δάχτυλά της που διψούσαν για την αφή και μόνο εκείνων των ασπρόμαυρων πλήκτρων του πιάνου που άλλοτε αντιπροσώπευαν τη μοναδική της βλέψη για το μέλλον και το μόνο προσδιοριστικό· 
είχε κρυφτεί πίσω από μια καλά δομημένη, ατάραχη εικόνα, όμως δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν για το χάος που επικρατούσε στο στενάχωρο παρασκήνιο, στις σκάλες για τα εντός, στο μικρό δωμάτιο πίσω από την ομορφιά του προσώπου.  
Καθηλωμένη στην αποδοχή της παραίτησης, θα περνούσε άλλη μια ίδια μέρα. Άλλη μια μέρα που το τίποτα μέσα της θα θέριωνε περισσότερο και θα την απειλούσε πια απροκάλυπτα και θρασύδειλα.

«Τι κι αν δεν μου μιλάς πια
τι κι αν δεν έχω ούτε εσένα
να δίνεις σχήμα σε νοήματα κρυμμένα
με ένα βλέμμα.»

Σκούπισε ένα βαρύ δάκρυ στο μανίκι της και έβγαλε από την τσέπη ένα πορτοκαλί εισιτήριο, μιας και το λεωφορείο πλησίαζε προς το μέρος της γρήγορα. Άφησε να περάσει πρώτα ο ηλικιωμένος άνδρας με τα παραμορφωμένα άκρα και έπειτα κάποια παιδιά με μεγάλες σχολικές τσάντες στους ώμους. Ακούμπησε το πόδι της στο σκαλοπάτι. Ανέβηκε. Χτύπησε το εισιτήριο της στο μηχάνημα. Στάθηκε για λίγο.

«Κι αν βρίσκαμε το θάρρος μας
να διώξουμε το βάρος μας
και σ’ ό,τι ονειρευόμαστε να μη φοβόμαστε
να η καρδιά μου πάρτη»

«Κυρία μου θα περάσετε;» την ρώτησε ο οδηγός ευγενικά, αντιλαμβανόμενος  ίσως την αφηρημάδα της.

«Όχι.» απάντησε η νεαρή γυναίκα με τα κοκκινωπά μαλλιά και τα παράξενα μαύρα, γυαλιστερά μάτια, ενώ τσαλάκωνε υπομονετικά το εισιτήριο ανάμεσα στην παλάμη της σαν αυτή η ασήμαντη κίνηση να ήταν μέρος μιας τελετουργίας.

Με μία μικρή αναπήδηση η Μαίρη κατέβηκε από το αλουμινένιο κουτί και απομακρύνθηκε σχεδόν τρέχοντας. Η παλιά ζωή της είχε μόλις τελειώσει. Εκείνο το τραγούδι ήταν άραγε η αφορμή; Ή μήπως υπάρχει πάντα μία οριακή στιγμή που σε αναγκάζει να αυτοσυντηρηθείς και να αποδράσεις από το λαβύρινθο σου; Δεν ήξερε να απαντήσει στο επίμονο ερώτημα του μυαλού της. Αρκέστηκε σε μια βαθιά ανακουφιστική ανάσα, σε μια επιπόλαια αναγέννηση και σε έναν φευγαλέο συν τοις άλλοις επώδυνο απολογισμό.

«Ό,τι έχουμε να δώσουμε
κι ας παραδώσουμε άοπλα την αγάπη» συμπλήρωναν στα ακουστικά οι φωνές της Παυλίνας και του Μπάμπη, όπως τους ονόμαζε χαρακτηριστικά σα να τους γνώριζε χρόνια, σα να έπινε μαζί τους καφέ κάθε Κυριακή απόγευμα. 

Πληκτρολόγησε στο κινητό της έναν αριθμό. Περίμενε λιγάκι, δαγκώνοντας τα σκισμένα από το κρύο χείλη της.

«Θα σου τα πω όλα. Κι ας μη θες να μου μιλάς πια. Κι ας μην σε έχω. Αν είναι να κοπώ, θέλω να κοπώ μαζί σου. Άοπλα, ειρηνικά.»

Τελικά, ναι, αυτό το τραγούδι ήταν μια καλή αφορμή για απόδραση, σκέφτηκε και πέταξε από πάνω της το ογκώδες, μάλλινο κασκόλ γιατί η ψυχή της δεν κρύωνε πια, γιατί ήταν ελεύθερη, έστω για λίγο, έστω για πάντα, αληθινά ελεύθερη...


Από διαδικτυακή συλλογή διηγημάτων "Μουσικογραφίες" για την Παυλίνα Βουγλαράκη και τον Μπάμπη Στόκα.

Λαβύρινθοι
Στίχοι - μουσική: Παυλίνα Βουλγαράκη

Υ.Γ Αν θέλετε να προτείνετε τραγούδια για τις επόμενες μουσικογραφίες, μπείτε ΕΔΩ

0

Τετράποδα και έρωτες

Posted by texnokratissa on 3:16 π.μ.
Well Well. Να μαστε πάλι. Έλειψα καιρό το ξέρω, μα είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να πω που προτίμησα τη σιωπή από τον ασύμφορο μονόλογο. Αφήνοντας πίσω κάθε σκέψη για πολιτική κουβέντα και κοινωνικές αναλύσεις, αποφάσισα να επικεντρωθώ σε ένα ζήτημα που ταλαιπωρεί κόσμο και κοσμάκι εκεί έξω και έφτασε η ώρα να αναλυθεί επιτέλους σοβαρά χωρίς φόβο και πάθος. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής και δέχομαι μόνο νηφάλιες απαντήσεις : Τι γίνεται όταν ο έρωτάς σου δεν συμπαθεί το τετράποδο φιλαράκι σου είτε αυτό λέγεται σκύλος είτε γάτα είτε ινγκουάνα και σου βάζει διλήμματα; Πώς αντιδράς όταν σου δείχνει ότι το σιχαίνεται ή ότι το φοβάται; Τι απαντάς όταν σου λέει να διαλέξεις ποιος θα μείνει και ποιος θα φύγει; Εδώ σε θέλω.

Θα ακούσεις να λένε πως έγινε και λίγο μόδα να έχει ο καθένας από ένα σκυλάκι στο σπίτι και να το περιφέρει στους δρόμους σαν κινούμενο έκθεμα. Θα ακούσεις να λένε ότι οι κοπέλες με τα σκυλιά δεν βρίσκουν ανταπόκριση στο άλλο φύλο γι' αυτό και γίνονται φιλόζωες, ότι, κοινώς είναι τρελές, γεροντοκόρες και ανίκανες να κρατήσουν έναν άντρα κοντά τους. Θα ακούσεις να λένε ότι τα αγόρια με τα σκυλιά ψάχνονται για καινούριες γκόμενες, αλλιώς δεν θα έπαιρναν σκυλί, τι να το κάνουν εξάλλου; να τους βρωμίζει το σπίτι; Θα ακούσεις να λένε πολλά γιατί στην Ελλάδα τρεφόμαστε ακόμα με προκατάληψη και ο σεβασμός στην ιδιωτικότητα του άλλου μεταφράζεται σε κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα και ολόψυχο μπανιστήρι. Όμως μην το βάζεις κάτω! Υπάρχουν και χειρότερα. 

Εκεί που λες ότι βρήκες έναν άνθρωπο να ταιριάζετε και να τα βολεύετε κουτσά στραβά ο καθένας με τις υποχωρήσεις του, έρχεται μια μέρα που σκάει η πρώτη βόμβα με το δηλητήριο της οικειότητας στη γλώσσα: Μωρό μου, πώς θα γίνει να απομακρύνουμε λίγο τον Λινάκο από το σαλόνι; Μη με πιάνεις! Έπιασες το σκυλί και δεν έπλυνες τα χέρια σου. Σίγουρα δεν θα κολλήσω κανένα τσιμπούρι; Τα εμβόλια λειτουργούν ή θα αρπάξουμε καμιά αρρώστια; Το σκυλί δεν θα έπρεπε να κοιμάται έξω; Ώπα, φίλε! Μπάστα. Όταν βγήκαμε για πρώτη φορά ήξερες ότι ζω με σκυλί, όμως το δέχτηκες χωρίς να βγάλεις κιχ. Όταν ήρθες για πρώτη φορά στο σπίτι μου για να μπαλαμουτιαστούμε, το είδες να γυρνάει στα πόδια σου αλλά και πάλι δεν είπες κουβέντα. Όταν σου ζήτησα να με βοηθήσεις να το πάμε στον κτηνίατρο, δεν έχασες λεπτό. Τώρα τι έγινε, δηλαδή; Δεν αποδέχεσαι πια τον τρόπο ζωής μου, τον οποίο πριν πέντε μήνες λάτρευες; Θες να με αλλάξεις; Θες να με βάλεις να διαλέξω; Ε, όχι, λοιπόν! Δεν θα σου κάνω τη χάρη. Αυτό το πλάσμα ζει μαζί μου χρόνια και δεν θα το εγκαταλείψω επειδή εσύ ξαφνικά αποφάσισες ότι δεν το γουστάρεις. Έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα έχω την ευθύνη του ώσπου να φύγει από τη ζωή. Σου το είχα ξακαθαρίσει, όμως  πίστεψες ότι θα με κάνεις να αλλάξω γνώμη, ότι θα με τουμπάρεις να το διώξω και να μείνουμε τα δυο μας να χουχουλιάζουμε στις κουβέρτες ανέμελοι.Λυπάμαι. Ο συμβιβασμός που ζητάς είναι άτοπος. Κλείσε την πόρτα πίσω σου και μην με κοιτάξεις, φεύγοντας. Αν δεν μάθεις να αγαπάς τα πράγματα που δεν σου αρέσουν πάνω μου, τότε δεν μπορείς να ζήσεις μαζί μου. 

Αφιερωμένο σε κάτι σκυλογονείς και γατογονείς εκεί έξω που μάχονται άνισα με προκατηλειμένους ή εκ των πραγμάτων αταίριαστους έρωτες! Μην πτοείστε παιδιά! 

0

Μαθήμα Νεοελληνικής Ανατομίας (1)

Posted by texnokratissa on 12:22 μ.μ.
Ήταν, που λες, κάποτε μία εποχή γαμάτη, μία εποχή που τα επέτρεπε και τα συγχωρούσε όλα...


Σε μια μικρή χώρα στα ανατολικά της Ευρώπης, στην Ελλάδα, οι άνθρωποι ζούσαν τρισευτυχισμένοι και, έχοντας ως εθνικό τους σπορ το βόλεμα, ένιωθαν έτοιμοι να κατακτήσουν τον κόσμο πάνω σε δανεικές πλάτες. 

Κάποιοι είχαν ανέκαθεν χρήματα και τα αυγάτισαν (ή τα έχασαν στο χρηματιστήριο)
Κάποιοι απλά απέκτησαν λίγα παραπάνω χρήματα. 
Κάποιοι άλλοι απέκτησαν πάρα πολλά χρήματα και μάλιστα μέσα σε λίγα χρόνια. 
Τέλος, κάποιοι καταΐδρωμένοι έμειναν  στον αιώνα μικροαστοί είτε γιατί δεν ήξεραν να παίζουν το παιχνίδι σωστά είτε  γιατί δεν είχαν τις σωστές γνωριμίες, όπως θα ακούσεις να λένε  συχνά στην πιάτσα. 

Για τους πρώτους η ζωή δεν διαφοροποιήθηκε αισθητά διότι οι υλικές ανάγκες ήταν από νωρίς ικανοποιημένες.

Για τους δεύτερους η ζωή φάνταζε να αλλάζει ενώ στην ουσία τίποτα δεν άλλαζε! Εξάλλου, από μόνη της η αύξουσα υπερκαταναλωτική μανία έφτανε και περίσσευε για να ταΐσουν με φούμαρα την απάτη της ματαιότητάς τους.

Για τους τρίτους ζωή εκτοξεύτηκε. Ξαφνικά είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν τα πάντα και να αισθανθούν θεοί στη θέση του θεού. Άλλωστε είχαν σε όλα ΔΙΚΙΟ! Μπορούσαν να κρίνουν, να κατακρίνουν, να σνομπάρουν, να φτύνουν και να γλείφουν τον καθένα ανάλογα με το εκάστοτε συμφέρον και την εκάστοτε κοινωνική τάξη βεβαίως βεβαίως. Μπορούσαν ακόμη και να επαίρονται πως ανήκουν σε μια διαφορετική, ανώτερη κάστα ανθρώπων που ούτε είναι πρέπον πια να ντύνεται, να τρέφεται και να διασκεδάζει όπως όλοι οι υπόλοιποι "νηστικοί" του είδους, ούτε να συναθροίζεται μαζί τους σε μέρη κοινόχρηστα και μίζερα, μα ούτε και να συνδιαλέγεται. Και, ναι, αυτοί είναι οι λεγόμενοι νεόπλουτοι που με την υπερβολή και το ναρκισσισμό τους χαρακτήρισαν μία ολόκληρη εποχή και σήμερα, τουλάχιστον στο 90% τους, ζουν ένα αληθινό ΔΡΑΜΑ!

Για τους καταΐδρωμενους, τέλος, η ζωή έγινε άπιαστη. Δεν κατάφεραν ποτέ να αγγίξουν ούτε στο τόσο το αμερικανικό όνειρο, που ζούσαν οι γύρω γύρω κυρίως με χρήματα δανεικά, συνεπώς έμειναν με την όρεξη και με την οργή ίσως κάτω από τα χείλη...

Οι νεοέλληνες στο σύνολό τους σχεδόν (με ή χωρίς χρήματα, με ή χωρίς θέση στο δημόσιο, με ή χωρίς υπερχρεωμένες πιστωτικές) ήταν ανέκαθεν ένα είδος μισητό για τους νοήμονες Έλληνες και μη, που, έχοντας λάβει την παιδεία των αρχαίων φιλοσόφων και των νεότερων αγωνιστών, δε διανοούνταν ουδέποτε μεγαλύτερο ξεπεσμό από εκείνον της πλήρους εξάρτησης ενός λαού από την ύλη και την ουτοπία της τραπεζικής πίστωσης.... 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...)

6

Παραλήρημα με πιάνει (Μεγαλοβδομαδιάτικα!)

Posted by texnokratissa on 11:53 π.μ.
Τη Μεγάλη Βδομάδα, που λες, με πιάνει κάτι περίεργο, κάτι σαν παραλήρημα να το πω, κάτι σαν ντελίριο να το πω, κάτι σαν "σκέφτομαι_χίλια_πράγματα_το_λεπτό_και_τελικά_δεν_ξέρω_τι σκέφτομαι" να το πω, τέλος πάντων κάτι τέτοιο... Και εξηγούμαι ευθύς αμέσως!

ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ, λοιπόν με πιάνει ΑΥΤΟ!

Το ανθρώπινο είδος με εκνευρίζει πιο πολύ από ποτέ γιατί:

1. Όλοι είναι έξω. Μπαμπάδες, μαμάδες, γιαγιάδες, γυμνασιόπαιδα, σκυλιά, γατιά, νονές βαφτιστήρια... Το να διασχίσεις αναίμακτα κάποιο, κεντρικό πεζόδρομο για να πας στη δουλειά σου μοιάζει με άπιαστο όνειρο. 

2. Όλοι κάτι ψωνίζουν! Ρε φίλε, συγγνώμη τώρα, αλλά πες μου ειλικρινά! Τι είναι αυτό το τόσο σημαντικό που πρέπει να αγοράσεις τρεις μέρες πριν το Πάσχα και δεν πρόφτασες να το αγοράσεις πιο πριν; Και γιατί τόσος πανικός και ταραχή που λέει και το άσμα; Μην ανησυχείς, φιγουρίνι θα είσαι στην Ανάσταση... 

3. Όλοι θυμούνται να πιουν καφέ με συγγενείς και φίλους. Ωραία, αυτό το δέχομαι! Με γεια σου με χαρά σου. Αλλά ρε συ το δόλιο το μωρό σου (ή το κατοικίδιο σου) τι αμαρτίες πληρώνει για να ακούει τις φωνές από εκατό άτομα γύρω γύρω, να ανασαίνει τους καπνούς και τα μικρόβιά σας και να ανέχεται τα χάδια του καθενός που νομίζει ότι τα παιδιά και τα ζώα είναι παιχνίδια για να περάσουμε την ώρα μας; Ε, ΑΜΑΝ! (που λέει και μια ψυχή εκεί έξω!)

Το χωριό μου είναι το ιδανικότερο μέρος, που θα μπορούσα να ζω γιατί:

1. Τα πάντα γύρω μοσχοβολούν και είναι χρωματιστά. 

2. Ο κάμπος είναι πράσινος και πιο ζωντανός από ποτέ σε μια ορμήτική φάση γέννησης και αναγέννησης.

3. Έρχονται οι παλιοί, σκορπισμένοι στους 5 ανέμους γνώριμοι και οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν (εντός και εκτός εκκλησίας, να τα λέμε κι αυτά!)

Αισθάνομαι μια μελαγχολία και μια χαρά ταυτόχρονα!
Ίσως να είναι το θείο δράμα,
ίσως να είναι η νοσταλγία των παλιών εποχών τότε που το Πάσχα σηματοδοτούσε τις πρώτες μας απογευματινές εξόδους για παιχνίδι, 
ίσως να είναι αυτός ο αφόρητος έρωτας που δεν έχω ιδέα από που προέρχεται και ποιο είναι το υποκείμενό του, 
ίσως πάλι να είναι και το ζεστό οικογενειακό κλίμα που με κυκλώνει, πλημμυρίζοντας με με ευτυχία και δάκρυα.... 
Ίσως να είναι όλα αυτά μαζί ίσως και τίποτα, όμως το συναίσθημα προκύπτει πάντα το ίδιο. Αυτούσιο!

Η κλασσική μουσική ΤΑ ΣΠΑΕΙ!

Δε ξέρω για σας αλλά εγώ τη Μεγάλη Βδομάδα το ρίχνω στην κλασσική μουσική. Δεν αφήνω κονσέρτο για κονσέρτο ήσυχο. Με συνεπαίρνει ρε παιδί μου αυτός ο ήχος, Με συγκινεί. Με συγκλονίζει. Κάτι συμβαίνει γύρω μου και ύστερα με διακατέχει μία δίψα ανείπωτη για τη ζωή, μια γαλήνη και μια ανάταση καθολική.... (Για τη Μεγάλη Βδομάδα μιλάμε πάντα! Γιατί τις άλλες εποχές ακούω μέχρι και Βέρ(ν)τη!)

Τέλος, ναι, τη Μεγάλη Βδομάδα νιώθω να βρίσκομαι πιο κοντά στο θεό...

Δεν μπορώ να το εξηγήσω γιατί δεν έχω καταλήξει αν πρόσκειμαι ή αν θέλω να πρόσκειμαι σε κάποιο συγκεκριμένο δόγμα, εν τούτοις αυτές τις ημέρες βλέποντας τον Χριστό εκεί πάνω στο σταυρό (και τον Ιησού απο τη Ναζαρέτ στον Αντένα), συγκινούμαι βαθιά κι ελπίζω ξαφνικά σε μιαν ανάσταση, που θα φέρει χαρά. 

Σας αφήνω με μια τεράστια προσμονή, όχι για τα κρέατα και τα κλαρίνα, αλλά για εκείνη τη μαγική στιγμή των ύμνων του επιταφίου, που ανέκαθεν έκανε το μέσα μου να σκιρτάει, να εξατμίζεται και να λυγίζει... 

Καλή Ανάσταση παιδάκια....! Αγαπήστε πολύ και φάτε λίγο! Φιλιά!



0

Μουσικογραφίες #1 - Ως κι οι θάλασσες!

Posted by texnokratissa on 1:48 μ.μ. in



Υπάρχουν άραγε άνθρωποι που τους διώχνουν ως κι οι θάλασσες; Αναρωτήθηκα. Μάλλον, μου απάντησε κάποιος ή κάποια από τα πίσω σκοτεινά μέρη του μυαλού μου. Πώς να σε αντέξει μια θάλασσα όταν εσύ ονειρεύεσαι τον ουρανό; Κι από την άλλη πώς να σου επιτρέψει το πέταγμα ένας ουρανός όταν εσύ κοιμάσαι και ξυπνάς με μια θάλασσα στο προσκεφάλι σου; Μπερδεμένα πράγματα. Ανθρώπινα πράγματα, σάρκινα, αναπόδραστα. 

-Συμβιβάσου κι εσύ με κάτι.΄Όλοι συμβιβάζονται. Ένα μικρότερο όνειρο δεν παύει να είναι όνειρο. 
-Ναι, αλλά δεν είναι το ίδιο όνειρο. Άσ' το. μου το χάλασες. 
-Εγώ φταίω. Συγγνώμη. 
-Μη, μη το κάνεις αυτό. Άσε με να φύγω αθόρυβα, σα να βαδίζω μέσα στο νερό. Άσε με να σε κοιτώ, σα να μην ξέρεις ότι σε κοιτώ. Άσε με να βουλιάζω σαν άστρο στο ίδιο μου το καρδιοχτύπι, και να σ' αποχαιρετώ. Δε φταις εσύ. Δεν μου το χάλασες εσύ. 
-Τότε ποιος; 
-Η αγάπη η ίδια και ο χρόνος. Η ρίζα μου στο σώμα σου κι η θάλασσα στο κρεβάτι μας πλάι. Εγώ απ' άκρη σ' άκρη και το γραφτό μου..

*Συνειρμικά λόγια σε ένα χαρτί που μένει λευκό όσο μελάνι κι αν στάξεις πάνω του. 

Αφιερωμένο στην Ελεωνόρα, χωρίς περιττά στολίσματα.






3

Καταιγίδες έρωτες ( ή μια βροχή για να ρθεις)

Posted by texnokratissa on 10:59 π.μ.


Ξημερώνει και σ’ ακούω στη βροχή. 
Αυτός μονάχα ο γνήσιος ανόθευτος ήχος έμεινε να σε παρομοιάζει ακόμα στ’ αυτιά μου. Σα να μην έφυγες, λέει, σα να με περιμένεις με ζεστό καφέ στο σαλόνι, σα να γελάς όπως γελούν εκείνοι, που ονειρεύονται. Πρέπει να σηκωθώ.Πρέπει να πάω κάπου. Δεν έχω να πάω κάπου, αλλά πρέπει. Πρέπει, όπως λέμε βρέχει, όπως λέμε ανατέλλει ο ήλιος, όπως λέμε πεινάω.Έτσι με έμαθαν να ζω κι ας μη σου άρεσε ποτέ όλος ετούτος ο συμβιβασμός μου. 

Δε ξέρω ποια μάσκα να φορέσω σήμερα. Τις έχω βαρεθεί, με σφίγγουν, με κάνουν να θέλω να γεράσω νωρίτερα, να μην τις χρειάζομαι πια για να πείσω ότι είμαι κάτι που, εκ των πραγμάτων, δεν θα μπορέσω να γίνω. Μπερδεύτηκα. Πάντα μπερδεύομαι. Εγώ μπερδεύομαι κι εσύ εκνευρίζεσαι, που δεν έχεις εύκαιρη ούτε μία λύση για να με παρηγορήσεις. Παρηγοριά. Μου φαίνεται τόσο άσχημη αυτή η λέξη μερικές φορές. Γιατί να σε παρηγορούν και όχι απλά να σ’ αγαπούν χωρίς άλλα λόγια; Δεν το καταλαβαίνω. Αισθάνομαι ανόητη σε έναν κόσμο που κανονικά οι ανόητοι προοδεύουν, μα εγώ, τι πρωτότυπο, ούτε αυτό δεν κατάφερα. Έγινα παρανάλωμα στις επιθυμίες μου, ένα σώμα εύπλαστο στα χέρια εκείνων, που νόμιζα ότι είχαν κάτι να μου πουν μόνο και μόνο, επειδή μπόλιασαν στη ψυχή μου τον έρωτα και τον αποθέωσαν. Είναι τουλάχιστον εθιστικό να ζει κανείς μέσα σε μια τέτοια οφθαλμαπάτη με τα μάτια κλειστά. Είναι αναγκαίο ίσως για να αντέξει ύστερα την πτώση, την έκπτωση, το ξέχασμα. Αλίμονο σε εκείνους που δεν θα παραδοθούν μήτε για μια μικρή, αδιαίρετη στιγμή στο αυτονόητο ένστικτο της εξάρτησης από ένα άλλο σώμα. Αλίμονο και σε εκείνους που θα το επιδιώξουν τόσο αυστηρά ώστε να πιστέψουν ότι μπορούν ακόμα και να το αγοράσουν. Αλίμονο και σε μας τους δυο, που στήσαμε τόσες απάτες ανάμεσά μας, θαρρείς κι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να ζήσουμε μαζί.

Δυναμώνει έξω. Κάτι αποφασισμένες στάλες πέφτουν στο τζάμι μου με επιμονή, λες και θα της λυπηθώ και θα ανοίξω να περάσουν από μέσα. Μα, ποιος θέλει να περάσει από μέσα; Ποιος να αρνηθεί αυτό το φθινόπωρο; Ποιος να πει όχι στην καταιγίδα, που μυρίζει ακόμα καλοκαίρι; Θέλω να πιάσω λίγο βρεγμένο χώμα και να σε θυμηθώ. Να σε θυμηθώ ακέραιο, όπως ήσουν μετά από κάθε μας μικρό ταξίδι, όπως ήσουν όταν ενθουσιαζόσουν με ένα καινούριο βιβλίο, όπως ήσουν όταν απ’ τη μεριά σου στο κρεβάτι γύρευες τη δικιά μου για να βεβαιωθείς ότι είμαι εκεί, ότι δεν έφυγα μεσ’ τη νύχτα, παρασυρμένη από κάποιο αερικό. Ίσως να μην φανταζόσουν ότι θα έφευγες εσύ πρώτος, όμως εγώ το φοβόμουν. Κι όσο φοβόμουν τόσο πιο εύκολο σου έκανα το φευγιό. Γιατί βλέπεις όταν ο άνθρωπος φοβάται, δεν κρατά ούτε μια στάλα από τη λογική του. Τυφλώνεται, παραλογίζεται, σέρνεται μικροπρεπής στα ασήμαντα της κάθε μέρας. Βγάζει απ’ τα χείλη του λέξεις που ποτέ δεν θα άξιζαν σε έναν άνθρωπο παρά μόνο αν ήταν κάποιος εκ γεννετής τύραννος ή δολοφόνος. Ωρύεται, κλαίει, ξεσπά, κατηγορεί. Ύστερα ζητά συγγνώμη. «Φοβάμαι μη σε χάσω», λέει μετά. Γατζώνεται από μια αγκαλιά απελπισίας. Μένει εκεί ώσπου να κοπάσουν οι άνεμοι, ώσπου να ημερέψει λίγο ο φόβος. Όταν σηκώνει το βλέμμα, είναι ήδη πρωί, άλλο  ένα πρωί, άλλο ένα καθάριο πρωί. «Όλα θα φτιάξουν» λέει μα δεν το εννοεί. Ξέρει ότι ο φόβος έχει μονάχα δύο πιθανές διαδρομές: αυτή της πτώσης κι αυτή της πραγματοποίησης. Ξέρει επίσης ότι αδυνατεί από τα γεννοφάσκια του να τον νικήσει, άρα μάλλον απομένει μία διαδρομή. «Φύγε όσο είναι νωρίς. Καλύτερα να πονάω που σε έχασα, παρά να τρεμουλιάζω κάθε βράδυ κάτω από το σεντόνι μη τυχόν και σε χάσω».  Τέλος πάντων. Δε λένε ότι ένα «τέλος πάντων» αρκεί για να αποσιωπήσει όλη την προηγούμενη αυθαιρεσία των λόγων σου; Τέλος πάντων. 

*Η φωτογραφία απεικονίζει τον Παλαιό Παντελεήμονα Πιερίας και ανήκει με την επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος στον Απόστολο Παπακρίβο, που αρχίζει να ανακαλύπτει σιγά σιγά τα ταλέντα του.

Υ.Γ. Ιωάννα Πετρίδου σε ευχαριστώ που μου κάνεις τη χάρη και διαβάζεις ό, τι σου στέλνω! 

Υ.Γ. Παρτίδες με την επικαιρότητα δεν θα ανοίξω ακόμα! Περιμένω... 


Copyright © 2009 Η τεχνοκράτισσα All rights reserved. Theme by Laptop Geek. | Bloggerized by FalconHive.